151H

Τα Final Four που θα θυμόμαστε πάντα

Ματιές στα final four του ευρωπαικού μπάσκετ που μας σημάδεψαν. Κάποιες εριστικές, κάποιες ρομαντικές. Άλλες κάφρικες και άλλες συνειδητοποιημένες. Άλλες θολές σαν αναμνήσεις και άλλες κρυστάλλινες σαν υψηλής ευκρίνειας φωτογραφίες.

Η εποχή της αθωότητας, Τέλ-Αβίβ, 1994

Η ατμόσφαιρα που επικρατούσε εκείνη την εποχή ήταν κάτι το ανεπανάληπτο. Όλη η Ελλάδα ζούσε για το μπάσκετ και εμείς που ’μασταν τότε πιτσιρίκια ακόμα περισσότερο. Πόσο μάλλον όσοι από εμάς υποστήριζαν τους δύο αιωνίους και τους έβλεπαν από κομπάρσους του ελληνικού πρωταθλήματος να μετατρέπονται μέσα σε 1-2 χρόνια στις δύο καλύτερες ομάδες στην Ευρώπη.

Βδομάδες πριν το F4 θυμάμαι να «ρουφάω» τις ανταποκρίσεις της ΕΡΤ από το Τελ-Αβίβ και τα προσεγμένα αφιερώματα της στις προηγούμενες διοργανώσεις. Τη μουσική του trailer (το ‘Return to Innocence’ των Enigma) και τους Φασούλα-Στόγιαν να δίνουν τη «μάχη στη στρατόσφαιρα». Να ζηλεύω τους τυχερούς οπαδούς που φορώντας φανέλες και κασκόλ έφταναν στο Ισραήλ με ναυλωμένα καράβια από τον Πειραιά και την Κύπρο.

Την τρεχάλα από το σχολείο μετά τη μονοήμερη που είχαμε πάει για να μη χάσω ούτε δευτερόλεπτο από το pre-game του μεγάλου ημιτελικού. Την ανείπωτη χαρά μετά την καθαρή νίκη επί του αιωνίου. Την πεποίθηση ότι είμαστε ανίκητοι, ότι έχουμε αγκαλιάσει την πρώτη κούπα. Τους 15 πόντους του Ζάρκο στο πρώτο ημίχρονο του τελικού και την υπέρ μας διαφορά που δεν έλεγε να αυξηθεί ώστε να γίνει διαφορά ασφαλείας.

Να πλησιάζουμε στο τέλος και η άτιμη να μη μπαίνει μέσα – 1,2,3…7 λεπτά χωρίς πόντο.

Τα συνεχόμενα χαμένα αμυντικά ριμπάουντ και το τρίποντο του χοντρούλη Κορνήλιους που μας έβαλε από κάτω. Τον πνιγμένο από το άγχος ξανθό να βάζει και να βγάζει το σακάκι. Τη σιγουριά ότι ο Ζάρκο θα αστοχήσει στη βολή. Την παγωμάρα όταν το πράσινο μπουλούκι πανηγύριζε μέσα στο παρκέ για την κούπα που μας έκλεψε μέσα από τα χέρια. Την προσπάθεια να μην κλάψω «γιατί είχα πια μεγαλώσει». Το αίσθημα ότι κάτι μας χρωστάει η Ιστορία. Κι ας μας το έδωσε πίσω με τον πιο γλυκό τρόπο 18 χρόνια μετά. Δεν ήταν το ίδιο. Γιατί κανένα τρόπαιο δε μπορεί να υποσκελίσει το F4 που μας επιφύλασσε τον απόλυτο θρίαμβο και το απόλυτο δράμα στην εποχή του άκρατου ανταγωνισμού και της ψύχωσης για το «πρώτο», αλλά κυρίως της ρομαντικής υπερβολής και της αθωότητας μιας και το 1994 ήμασταν ακόμα παιδιά.

Δημήτρης Βελοπετρόπουλος

Την πρώτη φορά που ήπιαμε νερό, Παρίσι 1996

Γενικά είναι η πρώτη φορά που σε σημαδεύει. Η πρώτη φορά που φτάνεις στην πηγή και τελικά πίνεις το νερό. Μπορεί να είχα πιο μικρός ζήσει μια σειρά απο final four με τον Γκάλη, το Γιαννάκη και τα υπολοιπα παιδιά του τεράστιου μπασκετικά  Άρη της δεκατίας του ’80 αλλά η τελική φάση του θεσμού που έχει αποτυπωθει ανεξίτηλα στη μνήμη μου ειναι εκεινη του μακρινού πλέον 1996.
Εκεί που ο Παναθηναικός του Μπόζινταρ Μάλκοβιτς κατάφερε με τη βοηθεια του “Human Highlight Film” Dominique Wilkins που σκόραρε 35 πόντους στον ημιτελικό με την CSKA φτάσει στον τελικό.
Με το κόψιμο του τεράστιου Stojan “Stojko” Vrankovic στα τελευταία δευτερόλεπτα του αγώνα οι “πράσινοι” πηραν τον τίτλο και έδειξαν οτι γίνεται, αποδεικνύοντας περίτρανα αυτό που όλη η Ελλάδα ήξερε:  Ιωαννίδη ήσουν πάντα loser!
Γιατί τελικά ειναι και αλλες φορές που σε σημαδεύουν, όλες εκεινες οι φορές  που φτάνεις στην πηγή και δε πινεις το γ…νο το νερό!

Xρήστος Τσέλιος

Η Βασίλισσα στον τελικό, Βαρκελώνη, 1998

Ως άρρωστος original, κυρίως ποδοσφαιρικός να το τονίσω, θα μιλήσω «δυστυχώς» για το μπασκετάκι…. (Μας αναγκάζει η διοίκηση του site)

Για την Βασίλισσα η χρονιά που έγραψε στις καρδίες μας, παρόλο που η κατάκτηση του τροπαίου δεν ήταν εφικτή, του λόγους θα τους δούμε παρακάτω, ήταν το 1998.

Με εξαιρετική πορεία καθ΄όλη την διάρκεια της χρονιάς η ΑΕΚ κατακτά την 1η θέση στου ομίλους κάνοντας μάλιστα και διαδοχικά σουϊπ σε Κροάσια και ‘Αλμπα, για να φτάσει στο Final 4 της Βαρκελώνης.

Εκεί θα παιξει στον ημιτελικό με την Μπένετον Τρεβίζο.
Να σημειώσουμε πως εκείνη την περίοδο ήταν λίγοι αυτοί που πόνταραν ότι η ΑΕΚ θα καταφέρει να φτάσει μέχρι το τέρμα.

Χρειάστηκε να γίνουν καταλυτικές αλλαγές στο ρόστερ :
α) αποπομπή του γερόλυκου Ρίκι Πιρς και του «τουρίστα» Ραμόν Ρίβας
β) παροπλισμός του Στανσμπερι
γ) απόκτηση του Άντερσον
ε) ενεργοποίηση του Τσακαλίδη.
Ο Ιωαννίδης έφτιαξε μια ΟΜΑΔΑ, όπου σε όλες τις θέσεις είχε αξιόλογους παίχτες – μαχητές.

Στην θέση 1 υπήρχαν οι Κολντεμπέλα – Λάσα όπου συμπλήρωναν ιδανικά ο ένας τον άλλον. Ο Ιταλός ήταν κορυφαίος στο αργό παιχνίδι , ενώ ο Ισπανός έτρεχε το ματς.

Στην θέση 2 ο μέγιστος Μπάνε (14.8 π , 43% τριπ) και η σταθερή αξία του Νίκου Χατζή (8.5π) πρόσφεραν στην ομάδα σουτ και κόψιμο στην ρακέτα.

Στην θέση 3 ο Γουίλι Άντερσον (13.2π , 4.2 ριμπ, 5 ασ, 1.4 κλ) έκανε τα πάντα σε επίθεση και άμυνα. Κοντά του ο νέος ακόμα Κακιούζης όπου έκλεβε πολύτιμα λεπτά και παραστάσεις.

Στους ψηλούς ο Βίκτορ Αλεξάντερ (15.4π, 7.9ριμπ), ένας ψηλός που ήξερε μπάσκετ έχοντας και το σουτάκι απ’ τα 5μ μαζί με το εκτόπισμα του καθώς και μια έκτη αίσθηση στη συλλογή σκουπιδιών που κάλυπτε τα αθλητικά του ελαττώματα, ενώ οι ΛάρσενΤσακαλίδηςΆντερσεν είχαν συμπληρωματικό – αλλά συνάμα ουσιαστικό- ρόλο.
Απέναντί τους η πανάκριβη Μπένετον Τρεβίζο του μέγιστου Ζέλικο Ομπράντοβιτς.
Μια ομάδα που είχε στις τάξεις της τους Ζέλικο Ρέμπρατσα – Χένρι Γουίλιαμς και το αγαπημένο παιδί τότε του «Γκαστόνε», τον Μπονόρα, που έκαναν κουμάντο αγωνιστικά.

Αυτό που όλοι θυμόμαστε είναι το 3ποντο του Μπάνε 50’’ πριν το τέλος, που έβαλε την Βασίλισσα μπροστά με 66-63. Όταν η μπάλα ζύγιζε τότε 100 κιλά ο Μπάνε ήταν αυτός που έπαιρνε το πορτοκαλί τόπι στα χέρια του και εκτελούσε.

MVP όμως ήταν 2 άλλοι …. Ο ‘Άντερσον έβαλε 21π – πήρε 6ριμπ και έκανε και 4 κλεψίματα. Ο 2ος ήταν ο Ιταλός Κολντεμπέλα… Έπαιξε άμυνα για σεμινάριο πάνω στον Γουίλιαμς, αχρηστεύοντας το αριστερό χέρι του «δολοφόνου με τη Βίβλο» … Εδώ έχει βάλει το χεράκι του ο Ιωαννίδης που τον είχε διαβάσει άψογα. Ο Αμερικανός της Μπένετον έβαλε 22π αλλά τα ποσοστά του ήταν κάκιστα, αλλά απέναντι στον Claudio έβαλε μόνο 8, εκ των οποίων οι 3 ήταν το 3ποντο σε νεκρό χρόνο (0’’.6) που διαμόρφωσε και το τελικό 66-69.
Στην ρακέτα κυριάρχησε ο Ρέμπρατσα, ενώ ο Αλεξάντερ από την άλλη δεν βοήθησε παρόλο που γέμισε την στατιστική του με 13π και 5ριμπ.

Ο Ιωαννίδης κέρδισε για πρώτη φορά ξένη ομάδα σε ημιτελικό final four αλλά και τον κακό του δαίμονα Ζ.Ομπράντοβιτς (ήττα στους τελικούς του ’94 και ’95) και έφτασε στον τρίτο τελικό την τελευταία πενταετία.

Μελανό σημείο του ημιτελικού η απαράδεκτη συμπεριφορά των αστυνομικών όπου ξυλοφόρτωσαν χωρίς κανέναν λόγο τους φιλάθλους της ΑΕΚ επειδή πανηγύριζαν την νίκη της ομάδας τους.

Τελικός… όπως ανέφερα προηγουμένως η κατάκτηση του τροπαίου δεν ήταν εφικτή …

Η ΑΕΚ στον τελικό θα βρει απέναντι της την Κίντερ… η οποία δεν ήταν έκπληξη.
Οι SUPER STARS Ντανίλοβιτς – Ριγκοντο – Σάβιτς δεν παιζόντουσαν … Ήταν ένας κακός τελικός από πλευρά θεάματος, με τελικό σκορ 58-44. Να σημειώσω πως πρώτος σκόρερ της ΑΕΚ ήταν ο Λάσσα με μόλις 7 πόντους.

Η ΑΕΚ από τότε σταδιακά πήρε την κάτω βόλτα … Έφτασε στις χαμηλότερες κατηγορίες όπως και το ποδοσφαιρικό τμήμα και τώρα επανήλθε…

Όλοι ελπίζουμε να αναβιώσουμε μεγάλες στιγμές σε μπάλα και μπάσκετ … ΗΡΘΑΜΕ και θα ΜΕΙΝΟΥΜΕ !!!!!

Υ.Γ.1 Καταγγέλλω τον «ιδιοκτήτη» του site που με βάζει να γράψω για μπάσκετ (Βάζελος) και όχι για τα ποδοσφαιρικά χειρουργεία που έχουν κάνει οι αιώνιοι.. Αλλά έτσι είναι … Ιδιοι !!!!
Γιώργος Κοτροζίνης

Το πανηγύρι στο κατάμεστο ΟΑΚΑ, Αθήνα 2007

Το να γράψεις για το αγαπημένο σου φάιναλ φορ όταν είσαι Παναθηναϊκός αποτελεί σταυρόλεξο για δυνατούς λύτες ή στην καλύτερη περίπτωση ισοδυναμεί με τη λύση στον κύβο του Ρούμπικ. Παρόλαυτα αν πρέπει να διαλέξω (όποιο δάκτυλο κι αν κόψεις το ίδιο πονάει) θα επιλέξω το φάιναλ φορ της Αθήνας περισσότερο γιατί το έζησα από μέσα αν και το πραγματικό έπος ήταν αυτό της Μπολόνια.
Βάζοντας λοιπόν κυριολεκτικά τα μεγάλα μέσα βρήκα εισιτήριο για τον τελικό της Αθήνας δύο μέρες πριν το φάιναλ φορ, αν και το sold out είχε επιτευχθεί πολλές μέρες, ίσως και εβδομάδες νωρίτερα.

Μπαίνω στο γήπεδο και η εικόνα ήταν εκτός λογικής. Οι λέξεις ή εκφράσεις του τύπου «ασφυκτικά γεμάτο», «δεν πέφτει καρφίτσα» κλπ είναι πολύ λίγες για να αποτυπώσουν την πραγματικότητα εκείνο το βράδυ στο ΟΑΚΑ. Χωρίς να το σκεφτώ ιδιαίτερα κατεβαίνω όσο πιο χαμηλά μπορώ στο γήπεδο και κυριολεκτικά περνώντας από πάνω κάτι Ρώσους με μαφιόζικες φάτσες που συνοδεύονταν από Ρωσίδες βγαλμένες από τα υγρότερα όνειρα των παιδοεφηβικών μας χρόνων, κατάφερα να βρεθώ σχεδόν πίσω από τη μία μπασκέτα σε απόσταση αναπνοής από τον αγωνιστικό χώρο.

Παρασυρμένος από την μεθυστική ατμόσφαιρα του γηπέδου, το ματς δεν το πολυθυμάμαι μέχρι το σημείο που ο Παπαλουκάς κατάφερε με «αλήτικο» τρόπο να εκνευρίσει τον Μπετσίροβιτς οδηγώντας τους διαιτητές σε ανάποδο σφύριγμα χρεώνοντας με τεχνική ποινή τον Σλοβένο και όχι το μεγαλύτερο Έλληνα λούζερ και απατεώνα έκτο παίκτη (γιατί πουθενά στη ζωή του δεν έπαιξε βασικός) των ευρωπαϊκών γηπέδων ίσως μετά τον Μπουρούση. Ήμουν τόσο κοντά στη φάση σε σημείο που να μπορώ να δω και καταλάβω τη στιχομυθία μεταξύ των δύο παικτών. Εδώ πρέπει να αναφέρω ότι μέχρι εκείνο το σημείο του παιχνιδιού κανείς δεν είχε ασχοληθεί με την περίπτωση του Παπα(ρο)λουκά παρά το γεγονός ότι έπαιζε αρκετά καλά σε σημείο που μόνος του να κράτάει την ΤΣΣΚΑ στη διακδίκηση του τροπαίου.
Από κει και πέρα ξυπνάει όλο το γήπεδο και το εμετικό σε άλλες περιπτώσεις, αλλά απόλυτα συμβατό και δίκαιο με την περίσταση σύνθημα «Παπαλουκά Παπαλουκά π…ας γιε» δονεί την ατμόσφαιρα του ΟΑΚΑ ίσως περισσότερο από κάθε άλλο στην ιστορία του συλλόγου. Μάλιστα ο χρόνος διάρκειας και η ένταση του συνθήματος ήταν τόσο μεγάλα που ενώ στην αρχή «ο μεγάλος παλαμάκιας (ιδιότητα που απέκτησε στην τελευταία θητεία του στον γαύρο» το έπαιζε κουλ κι αδιάφορος στη συνέχεια ήταν φανερό από τις εκφράσεις του προσώπου του ότι είχε εκνευριστεί και δεν μπορούσε να παίξει το ίδιο μπάσκετ που έπαιζε μέχρι τη στιγμή της αλητείας του.

Έτσι σιγά σιγά ο Παναθηναϊκός κατάφερε να ανακάμψει και δύσκολα μεν αλλά απόλυτα ηδονικά να ράψει το (τέταρτο νομίζω; τα χουμε χάσει κιόλας) αστέρι στη φανέλα του

Πρίαπος

Back 2 Back και τρέλα, Λονδίνο, 2013

Τα final 4 είναι, ειδικά αν ασχολείσαι με τη «σπυριάρα» μία περίοδος τρέλας. Δεν είναι μόνο η κάψα και η ονείρωξη που έχεις να δεις τον αρχηγό να σηκώνει την κούπα (προσωπικά αυτή με τα αυτιά μου άρεσε πολύ περισσότερο από τη σημερινή ή από την μαύρη «ταφόπλακα» της suproliga) είναι το γεγονός πως είναι η πεμπτουσία του αθλήματος. Τα Final4 είναι γρήγορα … όπως το μπάσκετ… μέχρι να φτάσεις στην πόλη που διεξάγονται έχουν ξεκινήσει και μέχρι να ισιώσεις από την ημιτελικό έχεις το νικητή…
Προσωπικά αν και γαύρος, μου έχουν μείνει 2 χαραγμένα στο μυαλό και ναι στο ένα δεν συμμετείχε ο Ολυμπιακός. Θα ξεκινήσω σε πείσμα του φίλου (και κάφρου –με την ανοχή του Δημήτρη Τ.) Πρίαπου– από το Final 4 της Μπολόνια που κατά τη γνώμη μου αποτελεί ένα από τα πιο «αντρικά» και «μάγκικα» του είδους με τον Λάζαρο Παπαδόπουλο να κάνει «παπάδες» στο τελικό στον οποίο το γήπεδο είναι «φίσκα» στους τιφόζι της ιταλικής ομάδας.
Περνώντας στο κυρίως πιάτο, το Final 4 το οποίο θα θυμάμαι για πάντα δεν είναι αυτό της Κωνσταντινούπολης (αν και με τη λήξη του παιχνιδιού πήρα μισό zanax…) αλλά αυτό του Λονδίνου. Ο λόγος ένας και πολύ σημαντικός… Στο Λονδίνο σε περιμένουν όλοι… δεν είσαι η ομάδα έκπληξη… είσαι ο πρωταθλητής Ευρώπης που υποστηρίζει τον τίτλο του και στον ημιτελικό σταυρώνεις με μία ομάδα που την πίκρανες και την τσάντισες πολύ την περασμένη χρονιά.

Την διαλύεις στον ημιτελικό με άμυνα για σεμινάριο και βρίσκεσαι απέναντι σε μία πλήρη και εξαιρετικά φορμαρισμένη Real που έχει να το σηκώσει σχεδόν 2 δεκαετίες. Και το μαγικό … την κερδίζεις με 100 πόντους (η 2η ομάδα στην ιστορία των θεσμών που έχει κάνει κάτι τέτοιο σε τελικό) και παίζοντας επιθετικά όσο δεν παίρνει…

Είναι η διοργάνωση που ο Ολυμπιακός για 1η φορά έχει παίξει σαν πραγματικά σπουδαία ομάδα… έχει κερδίσει 2 διαφορετικούς μεγάλους αντιπάλους κάνοντας χρήση των δικών τους όπλων και κάνει το back 2 back ένα επίτευγμα που από μόνο του σε βάζει στην ιστορία των σπουδαίων.
Γιάννης Χαραμίδης

 

Τότε που άλλαξαν τα κόζα, Μιλάνο, 2014

Θα μπορούσα να είχα γράψει για το ευρωπαϊκό του Παναθηναϊκού στην Μπολόνια το 2002. Ανήμερα του Πάσχα με μετάδοση (αν έχεις τον θεό σου) από το ερυθρόλευκο TV Magic και τον (αξιοπρεπέστατο) Φιλέρη. Μέσα στην έδρα της Virtus (ή μήπως Kinder😉 που είχε προπονητή Mεσίνα και μια αρμάδα παιχταράδες, μεταξύ των οποίων και ο Μανού Τζινόμπιλι, ο Αντουάν Ριγκοντό και διάφοροι άλλοι. Τότε που ο Ζοτς το πήρε χάρη στον ξεχασμένο όλη την χρονιά Λάζαρο Παπαδόπουλο

Θα μπορούσα να είχα γράψει για το 2007 που το σηκώσαμε στην Αθήνα και η επόμενη ημέρα το πρωί με βρήκε στο κέντρο εκπαιδευόμενων στην Θήβα για να εκπληρώσω την στρατιωτική μου θητεία. Θα μπορούσα, επίσης, να είχα επιλέξει το 2011 που έτρεχα να προλάβω το παιχνίδι του τελικού στην τηλεόραση καθώς είχα προσγειωθεί στην Αθήνα, μόλις 45 λεπτά πριν την έναρξη του.

Είπα, όμως, να ακολουθήσω μια διαφορετική διαδρομή. Να επιλέξω με διαφορετικά κριτήρια και να γράψω για το final four του 2014 στο Μιλάνο. Τότε που μέσα σε ένα περίεργα φωτισμένο γήπεδο, η Μακάμπι με ένα επίσης περίεργο συνοθύλευμα παιχτών, μεταξύ των οποίων και ο «Βig Sofo», κέρδισε το μεγάλο φαβορί, την Ρεάλ. Μια Ρεάλ που στο ημιτελικό είχε ρίξει 38 πόντους στο κεφάλι στην Μπαρτσελόνα (100–62).

Ήταν το final four που μας έδειξε πως τα κόζα άλλαξαν, πως η κρίση που έχει επηρεάσει τα πάντα τα τελευταία χρόνια στην χώρα μας έφτασε και στο μπάσκετ και ακούμπησε και τους δυο «αιώνιους» (και τους ζάπλουτους ιδιοκτήτες τους με τα ακριβά χόμπι και τα λεφτά για προεδριλίκια και μεταγραφές)

Το 2012 και το 2013 την κούπα την είχε σηκώσει ο Ολυμπιακός σαν αουτσάιντερ. Το 2011 ο Παναθηναϊκός σαν φαβορί. Το 2009 οι δυο αιώνιοι έδωσαν την μεγάλη μάχη του ημιτελικού στο Βερολίνο, παρουσιάζοντας στο παρκέ συνθέσεις, των οποίων το ομαδικό ταλέντο αλλά και το συνολικό ύψος των συμβολαίων πραγματικά ζαλίζουν. Το 2007 στην Αθήνα, οι πράσινοι είχαν μια ομάδα στην οποία «τελευταίοι» παίχτες ήταν οι ακριβοπληρωμένοι Τόνι Ντέλκ και Γιαβτόκας.
Το 2014 καμία ελληνική ομάδα δεν ήταν στους τελικούς. Εκεί καταλάβαμε πως τα κόζα άλλαξαν. Συνειδητοποιήσαμε απόλυτα πως πλέον η συμμετοχή ελληνικής ομάδας στο final four αποτελεί υπέρβαση και μεγάλο κατόρθωμα. Αυτό ακριβώς που κατάφερε φέτος ο Ολυμπιακός…

Δεν είμαστε πια η υπερδύναμη. Είμαστε αυτοί που θα παλέψουν για την έκπληξη…

Την ημέρα του τελικού στην Ελλάδα είχαμε δημοτικές και περιφερειακές εκλογές. Ήταν ο πρώτος γύρος. Μια εβδομάδα μετά ακολούθησε ο δεύτερος γύρος και οι ευρωεκλογές. Ήταν οι πρώτες καθαρές νίκες του ΣΥΡΙΖΑ σε εκλογική αναμέτρηση, οι οποίες άνοιξαν τον δρόμο για την πλειοψηφία στις Εθνικές εκλογές φέτος τον Ιανουάριο.
Ήταν μια περίοδος που βλέπαμε πως όλα γύρω αλλάζουν. Άλλα προς το καλύτερο, άλλα προς το χειρότερο, άλλα με τρόπους, που ακόμη δεν μπορούμε να καταλάβουμε…

Δεν είμαστε πια ούτε στα 90s, ούτε στα χρυσά χρόνια των αρχών των ‘00s. Δεν είμαστε καν στα πρώτα χρόνια της ύφεσης…

Ούτε καν στο μπάσκετ

Δημήτρης Τσουκαλάς




There are no comments

Add yours