euro.2004

Tότε που πήραμε το Εuro…

Mικρές ιστορίες για το πως ζήσαμε την πιο σουρεαλιστική στιγμή του ελληνικού ποδοσφαίρου

Δεν μπορείς να χάνεις τις ευκαιρίες

Του Δημήτρη Τσουκαλά

«Έναν ακόμη θέλω να μου πει «πάμε» και έχουμε φύγει για την Πορτογαλία για τον τελικό. Όσο και να κάνει». Θυμάμαι ακόμη τον Πάνο να μου το λέει και να περιμένει την απάντηση μου. Δεν ήρθε ποτέ. Δεν πήγαμε ποτέ στην Λισαβόνα. Λες και θα ξαναπαίξει ποτέ η Ελλάδα σε τελικό Euro. Λες και θα υπάρξουμε ποτέ ξανά 23 χρονών. Λες και θα έχουμε ποτέ ξανά την ευκαιρία….

Έχουν περάσει 12 χρόνια ήδη. Ο Πάνος έχει γυναίκα και παιδί. Εγώ τον πάντρεψα, εγώ βάφτισα τον μικρό. Δουλεύουμε και οι δυο 9-10 ώρες την ημέρα για να βγάζουμε μέτρια λεφτά. Όταν συναντιόμαστε μιλάμε για την κρίση, για τα προβλήματα με τις κάθε είδους πληρωμές, για τον νέο φόρο, που θα πρέπει να πληρώσουμε. Η Ελλάδα χάνει από τα Νησιά Φερόε και δεν μπορεί να προκριθεί σε έναν εξαιρετικά μικρής δυσκολίας Όμιλο για το Euro…

Tότε, όμως, ήμασταν πρωταθλητές. Δεν μπορούσε να μας σταματήσει κανείς. Ο Ζαγοράκης πέρναγε την μπάλα πάνω από το κεφάλι του Λιζαραζού και ο Φύσσας προσπαθούσε-με αξιώσεις- να κρεμάσει από τα δεν-ξέρω-πόσα μέτρα τον Μπαρτέζ. Κάποιες περίεργες υπερφυσικές δυνάμεις έκαναν τους Τσέχους να χάσουν τον Νέντβεντ από το 15ο λεπτό και την μπάλα να μην μπορεί να μπει με τίποτα στα δικά μας δίχτυα. Απλά να ξυρίζει (ή να τραντάζει) τα δοκάρια μας. Ο Γιούρκας ήταν το καλύτερο δεξί μπάκ στην Ευρώπη και ο Τσιάρτας έβγαζε 30άρες μπαλιές ακριβείας, «σαν να έβαζε ένα ποτήρι νερό». Ο Χαριστέας σκόραρε χωρίς σταματημό…

Τότε ήμασταν «νικητές». Κάθε δεύτερη μέρα στους δρόμους. Πανηγύρια στην Ομόνοια και στο Σύνταγμα στον ημιτελικό. Στην πλατεία στο Περιστέρι και στο Μπουρνάζι μετά τον τελικό, όταν μάλλον κανείς δεν κοιμήθηκε εκείνο το βράδυ. Πλημμυρισμένοι από γνήσια και ανόθευτη χαρά. Εκείνη την χαρά που, μόνο, ένα τόσο απροσδόκητο και απόλυτα σουρεαλιστικό γεγονός μπορεί να σου προσφέρει. Χαρά που πήγαζε από την πιο βαθιά γωνιά της ψυχή μας κι ας εκφράστηκε στην καλύτερη περίπτωση με χοντροκομμένα -γηπεδικού τύπου- πειράγματα και στην χειρότερη με θεωρίες και κραυγές περί του «DNA του Έλληνα».

Ήμασταν «οι πρώτοι σε όλη την Ευρώπη». Διοργανώναμε μέχρι και τους Ολυμπιακούς. Ο κόσμος έμοιαζε φτιαγμένος και κομμένος στα μέτρα μας. Ειδικά για εμάς που ήμασταν 23 χρονών και κοιτάζαμε με αγωνία να ξεκινήσουμε την ζωή μας. Να τελειώσουμε με πτυχία, μεταπτυχιακά και στρατούς και να προχωρήσουμε μπροστά. Νομίζαμε πως όλοι οι δρόμοι μας περίμεναν «διψασμένοι, ανοιχτοί». Θεωρούσαμε πως ευκαιρίες θα υπάρχουν συνέχεια στο διάβα μας, πως αν δεν είμαστε διαρκώς εμείς οι νικητές, θα έχουμε τουλάχιστον την δυνατότητα να διεκδικούμε σταθερά την πρώτη θέση. Πιστεύαμε πως ήρθε η στιγμή που όλα θα αλλάξουν.

Όντως άλλαξαν. 3-4 χρόνια μετά τα πάντα πήραν διαφορετική πορεία. Όχι, όμως, με τον τρόπο που τα περιμέναμε αλλά προς το χειρότερο. Χωρίς να μπορούμε να κάνουμε κάτι το ιδιαίτερο για να αντισταθούμε. Και φτάσαμε στο σήμερα…
Ακόμη κι αν τα πάντα άλλαξαν, όμως, κανείς δεν μπορεί να μας στερήσει εκείνη την μεγάλη χαρά. Τότε που χαρήκαμε περισσότερο από ποτέ για κάποια αθλητική επιτυχία.

Αλλά, όπως φάνηκε, έπρεπε να την χαρούμε ακόμη περισσότερο, να την πανηγυρίσουμε πραγματικά στα όρια των αντοχών μας. Έπρεπε να την ζήσουμε όσο πιο έντονα μπορούσαμε.

Έπρεπε να είχαμε πάει στην Λισαβόνα. Γιατί οι ευκαιρίες δεν παρουσιάζονται συνέχεια… Και όταν παρουσιάζονται πρέπει οπωσδήποτε να τις αξιοποιείς…

strong>Η Εθνική του 2004 μας το έμαθε αυτό… και οι αντίπαλοι της που πέταγαν τις δικές τους στα σκουπίδια..

Το έχουμε συνειδητοποιήσει πια… Σε κάθε επίπεδο…

Στην επόμενη σελίδα μερικές φευγαλέες, άναρχες αναμνήσεις από το σουρεαλιστικό έπος του ’04.




There are no comments

Add yours